Το Χωριό μου ο Κισσός

Του Γιώργη Τσιγδινού - Δάσκαλος

Και μια και δυο
και χίλιες δυο φορές
στσι στράτες σου πορπάτησα .
Ήπια νερό και χόρτασα
στσι κρουσταλλένιες τσι πηγές σου.
Στην εκκλησιά τον Ο(ρ)φανό λαμπάδιασα,
λαχτάρισα στ' απόκρυμνες τσι ρεματιές σου!
Ξεφώνισα, εγλέντισα, αγάπησα
σαν ήμουν νιός στσι φτωχογειτονιές σου.
---
Πέρασ΄ η νιότη, τώρα μεσόκοπος,
εγέρασες κ΄ εσύ, φύγαν τα χρόνια!
Μουγγό τ' απόβραδο στον καφενέ,
χορτάριασαν και ρήμαξαν τα στενοδρόμια.
---
Θωρώ το ψυχομαχητό σου νά 'ρχεται,
θρηνώ που χάνεται η ζωή σου.
Ερείπια γεμίσανε τα σπλάχνα σου,
πέτρες και ξύλα σήπονται μαζί σου.
Μα έμεινε η σκλόπα να θρηνεί
δίπλα στη βρύση, που κρυγιό νερό σταλάζει,
η μόνη ελπίδα που κρατιέται ζωντανή
και προσδοκά τη νεκρανάστασή σου πάλι.


Σκλόπα (η)=κουκουβάγια